Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΚΠΕ ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑΣ


 ΤΟ ΠΑΡΟΝ BLOG ΠΑΥΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ. ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ WWW.KPEFILIPPIADAS.GR

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Η ΑΛΛΑΓΗ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΟΝΤΙΚΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ


Αναδημοσιεύουμε την συνέντευξη που έδωσε ο  πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Δαμιανός  και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Agrenta  το Σάββατο 21/7/2012

 
Συνέντευξη στον Νίκο Κατσένιο

Δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα γκότζι μπέρρυ ή αλόη βέρα. Κάθε εκμετάλλευση είναι μοναδική και αναπτύσσει τη δική της δυναμική, όπως τονίζει στην Agrenda ένας μέντορας της αγροτικής οικονομίας, ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρης Δαμιανός.
Διαθέτοντας πολυετή πολιτική εμπειρία, εκτός από την ακαδημαϊκή, επιχειρεί να δώσει μια προσέγγιση στα γεωργικά δρώμενα της χώρας με επιστημονικό αλλά και ταυτόχρονα προσιτό τρόπο. Ο ίδιος διαπιστώνει ότι οι δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας παραμένουν απεριόριστες, ωστόσο ο δρόμος για την επιτυχία δεν θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Εξηγεί ακόμα ότι τα δίκτυα διανομής άμεσης διάθεσης, που έγιναν γνωστά στη χώρα μας μέσα από το λεγόμενο «κίνημα της πατάτας», δεν αποτελούν μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμια τάση διάθεσης των προϊόντων στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Τέλος, περιγράφει αναλυτικά πώς θα πραγματοποιηθεί η μετατόπιση του κέντρου βάρους της παραγωγής από ένα σύστημα βασικών ομοιογενών προϊόντων προς ένα σύστημα προϊόντων με ειδικά χαρακτηριστικά που θα απευθύνονται σε κοντινές αγορές.

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια τάση επιστροφής στη γεωργία και αυξημένο ενδιαφέρον για τις νέες καλλιέργειες. Πού στηρίζεται η τάση αυτή και ποιες είναι οι δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας;

Κύριε Κατσένιε, αφού ευχαριστήσω εσάς και την Agrenda για την πρωτοβουλία σας να έχουμε αυτή τη συζήτηση θέλω εξαρχής να σημειώσω κάτι που είμαι βέβαιος ότι θα είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψη σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξής μας. Η γεωργία, παγκοσμίως, είναι αυτός ο τομέας που προσαρμόζεται πιο αργά από τους άλλους τομείς της οικονομίας. Ο αμπελοοινικός τομέας μας δίνει ένα καλό παράδειγμα: Για να οδηγηθεί κάποιος στην παραγωγή οίνου ποιότητας χρειάζεται τουλάχιστον δέκα χρόνια.
Οι πολίτες αλλά και όσοι έχουν την ευθύνη του σχεδιασμού και της εφαρμογής της πολιτικής αγνοούν τις οικονομικές και τις κοινωνικές συνθήκες της γεωργίας. Η γεωργία εξασφαλίζει την προσοχή μόνο σε περιόδους κρίσης. Όμως η πολιτική, που το μόνο που κάνει είναι να αντιδρά σε κρίσεις, δεν μπορεί να είναι κατάλληλη πολιτική για να στηρίζει έναν τομέα. Αυτές οι διαπιστώσεις μας δίνουν πιστεύω την εξήγηση γιατί παρατηρείται μια τάση επιστροφής στη γεωργία, καθώς και γιατί υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον για νέες καλλιέργειες, στο βαθμό που τα φαινόμενα αυτά έχουν πραγματικά και σοβαρά εκδηλωθεί.
Τώρα, ως προς τις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα: Είναι απεριόριστες. Όμως είναι απίθανο να έχει κανείς θετικά αποτελέσματα έστω κι όταν διαθέτει ό,τι απαιτείται, δηλαδή τη γνώση, την αξιοπρέπεια, τη σκληρή δουλειά και την ευαισθησία απέναντι στα κελεύσματα της αγοράς, όταν είναι υποχρεωμένος να συνυπάρχει με όσους «θριαμβεύουν», γιατί επωφελούνται από την αδυναμία της πολιτείας να ελέγξει, όπως οφείλει, την ορθή εφαρμογή της πολιτικής και να αποτρέψει παρατυπίες, καταστρατηγήσεις και παραβιάσεις. Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα της χώρας απαιτεί τη σωστή λειτουργία ενός κατάλληλου και πρακτικά εφαρμόσιμου συστήματος κινήτρων και αντικινήτρων. Η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, υπό όρους, μπορεί να προσφέρει το κατάλληλο πλαίσιο.

Μπορεί η επιλογή μιας δραστηριότητας, ενός προϊόντος, μιας νέας καλλιέργειας ή ο συνδυασμός περισσότερων να αποτελέσει και τον καθοριστικό παράγοντα για ένα θετικό καθαρό αποτέλεσμα;

Υπεραπλουστεύοντας, φυσικά, θα σας πω ότι στην οικονομία, το καθαρό περιθώριο κέρδους, για μια μονάδα προϊόντος, ταυτίζεται με την τιμή μείον τις δαπάνες. Ο αγρότης - παραγωγός, προσαρμόζοντας τις δραστηριότητές του είτε για να μειώσει το κόστος του είτε για να αυξήσει την τιμή που εισπράττει, μπορεί να επιφέρει σημαντικές μεταβολές στο περιθώριο κέρδους. Εάν έχει να κάνει με βασικά και ομοιογενή προϊόντα, αυτά που διεθνώς ονομάζονται commodities, δεν έχει δυνατότητες αύξησης της τιμής που εισπράττει εφόσον, για τα προϊόντα αυτά, είναι αποδέκτης τιμών. Εισπράττει την τιμή της αγοράς χωρίς να μπορεί να την επηρεάσει. Άρα του απομένει μόνο η δυνατότητα να μειώσει το κόστος του. Αυτό μπορεί να το κατορθώσει αξιοποιώντας σωστά τους πόρους που διαθέτει, δηλαδή να περιορίσει, κατά το δυνατό, την ποσότητα του κεφαλαίου και της εργασίας που συνεισφέρει, χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει την παραγωγή.
Η αύξηση της τιμής που εισπράττει προϋποθέτει την απαλλαγή του, τη λύτρωσή του και την έξοδό του από το κυρίαρχο αγροδιατροφικό σύστημα. Με άλλα λόγια, πρέπει να προσανατολιστεί σε άλλα προϊόντα που μπορεί να διακινήσει έξω από το σύστημα αυτό ή αν προτιμά να παραμείνει στα ίδια προϊόντα, τότε θα πρέπει να τα παράγει με διαφορετικό τρόπο ώστε να τους προσδώσει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στα πλαίσια του συμβατικού αγροδιατροφικού συστήματος όλες οι «παρτίδες» ενός προϊόντος θεωρούνται ίδιες, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και επομένως διατίθενται στην αγορά στην ίδια τιμή. Αντίθετα, ένα ειδικό προϊόν που δεν είναι ανάγκη να είναι εξωτικό ή πρωτάκουστο, μπορεί να εξασφαλίσει υψηλή και ικανοποιητική τιμή, γιατί είναι μοναδικό.
Η μείωση του κόστους ή η προώθηση ειδικών προϊόντων στην αγορά προϋποθέτει μια επιπλέον επένδυση. Η νέα αυτή επένδυση αφορά τη γνώση και τις δεξιότητες, και αποδίδει ιδιαίτερα γιατί οι αξίες αυτές μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και όπου υπάρχει πρόσφορο έδαφος, από κάποιες εκμεταλλεύσεις σε κάποιες άλλες.

Ποια είναι η έννοια της αγροτικής εκμετάλλευσης και ποιοι είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που τη συνθέτουν;

Αν η αγροτική εκμετάλλευση ήταν μόνο ένα κομμάτι γης που διατίθεται για γεωργικούς σκοπούς, τότε η επίλυση των προβλημάτων της γεωργίας στη χώρα θα ήταν εύκολη υπόθεση. Η αγροτική εκμετάλλευση έχει πολλά συστατικά. Αν θα έπρεπε να τα κατατάξουμε σε μεγάλες κατηγορίες θα λέγαμε ότι, στη σύγχρονη εποχή και στον οικονομικά αναπτυγμένο κόσμο, η αγροτική εκμετάλλευση είναι μια σύνθεση της γης αναμφίβολα, των ανθρώπων αλλά και της επιχείρησης. Ο συνδυασμός αυτών των στοιχείων καθιστά κάθε αγροτική εκμετάλλευση μια ξεχωριστή οντότητα. Η γη, σταθερή σε μια θέση, συνοδεύεται από το κλίμα και το έδαφός της, από τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά της, από το μέσο ύψος της βροχόπτωσης και την κατανομή της στο χρόνο, από την υγρασία και τη βιολογική της ποικιλία. Οι άνθρωποι, το ανθρώπινο κεφάλαιο όπως λένε οι οικονομολόγοι, διακρίνονται από τη συσσωρευμένη γνώση και την εμπειρία που διαθέτουν και τις δεξιότητές τους που, φυσικά, πάντα επιδέχονται βελτίωσης. Η επιθυμητή βελτίωση, όμως, εξαρτάται από το πάθος, το συναίσθημα, τη σοβαρότητα και τη δημιουργικότητά τους. Η επιχείρηση εξασφαλίζει και προσδιορίζει την οικονομική δυνατότητα της εκμετάλλευσης, της προσδίδει καλή ή κακή φήμη, ορίζει την αγορά στην οποία απευθύνεται, έχει ή δεν έχει καλλιέργεια και πολιτισμό. Κάθε εκμετάλλευση, διαφορετική από κάθε άλλη, αναπτύσσει τη δική της δυναμική. Μεταβάλλοντας οποιοδήποτε από τα παραπάνω στοιχεία, αλλάζει ο χαρακτήρας της εκμετάλλευσης συνολικά.
Έχοντας αυτά υπόψη, δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να απαντήσουμε στο ερώτημα του ποια προϊόντα θα συμπεριληφθούν στο «καλάθι» μιας περιφέρειας ως «συνιστώμενα» και ποια θα αποκλειστούν από αυτό ή γιατί δεν έχει νόημα να απαντήσουμε στο απλοϊκό ερώτημα γκότζι μπέρρυ ή αλόη βέρα...

Ποια είναι η πορεία της ελληνικής γεωργίας τα τελευταία χρόνια και πώς μπορεί η περίοδος κρίσης που διανύουμε να εξελιχθεί σε επενδυτική ευκαιρία;

Έχω την αίσθηση, ελπίζω δικαιολογημένα, ότι εδώ και καιρό συμβαίνει κάτι αισιόδοξο. Παρατηρείται μια μεταβολή στη στάση της κοινωνίας και των εκπροσώπων της πολιτείας και της οικονομίας απέναντι στο ρόλο της γεωργίας στην Ελλάδα, και στις δυνατότητές της να συμβάλλει στην εθνική οικονομία και στην ανάπτυξη της χώρας. Εδραιώνεται, ολοένα και περισσότερο, η αντίληψη ότι χρειάζεται μια αγροτική αναγέννηση, εξέλιξη που θα προσφέρει θέσεις εργασίας, σε νέους, κατά προτίμηση προικισμένους με δεξιότητες. Φυσικά, βασική αιτία του ξαφνικού αυξημένου ενδιαφέροντος είναι ο εκτροχιασμός της οικονομίας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε περίοδο κρίσης χρέους που έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας χωρίς βέβαια να έχει αφήσει τη γεωργία ανέπαφη: Περιορίζει την διάθεση επιστημονικού προσωπικού στην ύπαιθρο, αποτρέπει την κρατική συμμετοχή στις επενδύσεις και δυσχεραίνει την αναζήτηση εξωγεωργικής απασχόλησης και εισοδήματος από πηγές εκτός γεωργίας.
Όμως η ελληνική γεωργία υποφέρει και από μόνιμα, δομικά προβλήματα. Υπάρχουν στρεβλώσεις στην αγορά ως αποτέλεσμα της πολιτικής και του τρόπου εφαρμογής της, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις λειτουργούν αναποτελεσματικά, το ίδιο και οι θεσμοί, υπάρχει έντονος προσανατολισμός προς τις επιδοτήσεις και περιορισμένη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η εσωτερική και η ευρωπαϊκή αγορά, δεν αξιοποιούνται τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, υπάρχει έλλειψη ουσιαστικού συνεργατισμού και κυρίως παντελής έλλειψη διάχυσης της επιστημονικής γνώσης και της εμπειρίας, με συνέπειες: Τη συνεχή μείωση του αγροτικού εισοδήματος τα τελευταία χρόνια, τη συρρίκνωση του μέρους του αγροτικού εισοδήματος που προέρχεται από την αγορά σε σχέση με αυτό που αντιστοιχεί στις επιδοτήσεις, τη μείωση της ακαθάριστης αξίας αγροτικής παραγωγής. Οι περίοδοι κρίσης χαρακτηρίζονται από μεγάλους κινδύνους, αλλά μπορεί να είναι και περίοδοι μεγάλων ευκαιριών. Στο βαθμό που` η σημερινή κρίση οδηγήσει σε ανασύνταξη των δυνάμεων και στην ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού υποδείγματος, τότε, μακροπρόθεσμα, η γεωργία στην Ελλάδα θα αποτελέσει βασικό συντελεστή αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

Ποια είναι η διάκριση μεταξύ των «commodities» και των αγροτικών προϊόντων με ειδικά χαρακτηριστικά και ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι προοπτικές ανάπτυξής τους στη χώρα μας;

Ξέρετε ότι η κοινή πολιτική για τη γεωργία δαπανά δυσανάλογα μεγάλο μέρος των πόρων της σε βασικά, ομοιογενή προϊόντα όπως είναι τα δημητριακά, ο καπνός, το βαμβάκι, τα γαλακτοκομικά προϊόντα μεταξύ άλλων και όχι σε προϊόντα με ειδικά χαρακτηριστικά όπως μπορεί να είναι τα φρούτα και τα λαχανικά. Η αγροτική πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες κάνει ακριβώς το ίδιο. Για να εξηγήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα των ομοιογενών βασικών αγαθών, των προϊόντων που είναι γνωστά διεθνώς με τον όρο «commodities». Εάν έπρεπε να επικαλεστούμε ένα σύντομο ορισμό για τα προϊόντα αυτά θα λέγαμε ότι «κάθε μια μονάδα όγκου (ή βάρους) είναι ακριβώς η ίδια με κάθε άλλη».
Τα ομοιογενή βασικά αυτά αγαθά μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλα διαστήματα, η συγκομιδή κάθε χρονιάς ανταγωνίζεται αυτή προηγούμενων και επόμενων ετών, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις και συγκεκριμένα από τη μια άκρη της γης στην άλλη, με σχετικά χαμηλό κόστος. Οι παραγωγοί αναγκάζονται να πωλούν τα προϊόντα τους την εποχή που η προσφορά βρίσκεται στο μέγιστο σημείο και οι τιμές είναι χαμηλές.
Το σύστημα παραγωγής και διακίνησης των βασικών εμπορεύσιμων αγαθών ευνοεί τη λειτουργία πολύ μεγάλων επιχειρήσεων εμπορίας ολιγοπωλιακού χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις αυτές αγοράζουν φθηνά και πουλάνε ακριβά όπου και όταν υπάρχει περιορισμένη προσφορά και οι τιμές είναι στα ύψη, ενώ από αυτό ο παραγωγός δεν επωφελείται καθόλου, αντίθετα ζημιώνεται.
Οι επιδράσεις από τη λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων, κατά τις περιόδους οικονομικής κρίσης και μείωσης των εισοδημάτων, είναι εμφανείς. Οι αγρότες παραγωγοί επιδιώκουν να παραμείνουν στην ενεργό δράση μέσα σε ένα άδικο περιβάλλον ανταγωνισμού που οφείλεται στο χαρακτήρα των προϊόντων που παράγουν. Εξαρτώνται από τις επιχειρήσεις αυτές, υποχρεώνονται να αποδεχθούν τις τιμές που τους προσφέρει το βιομηχανικό αγροδιατροφικό σύστημα και δεν έχουν αγορές για άμεση διάθεση αυτών των προϊόντων τους στον καταναλωτή. Έτσι, η αγροτική πολιτική καλείται να στηρίξει τα εισοδήματα των παραγωγών με ένα σύστημα ενισχύσεων και επιδοτήσεων που κοστίζει πάρα πολύ.
Στο επίπεδο των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις πρέπει να υπάρξει μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της παραγωγής από ένα σύστημα βασικών ομοιογενών προϊόντων προς ένα σύστημα προϊόντων με ειδικά χαρακτηριστικά που θα απευθύνονται σε κοντινές αγορές. Μια βασική αιτία αυτής της μεταβολής είναι η αλλαγή της στάσης του καταναλωτή που γίνεται ολοένα και πιο επιλεκτικός και προτιμά προϊόντα με ειδικά χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την επιθυμία να γνωρίσει τον ίδιο τον παραγωγό και να μάθει τις καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζει.

Πανευρωπαϊκά αυξάνεται η δυναμική των συστημάτων παραγωγής μικρής εμβέλειας και διάθεσης των προϊόντων τοπικά. Θεωρείτε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει το μέλλον της γεωργίας;

Ξέρετε ότι η κοινή πολιτική για τη γεωργία δαπανά δυσανάλογα μεγάλο μέρος των πόρων της σε βασικά, ομοιογενή προϊόντα όπως είναι τα δημητριακά, ο καπνός, το βαμβάκι, τα γαλακτοκομικά προϊόντα μεταξύ άλλων και όχι σε προϊόντα με ειδικά χαρακτηριστικά όπως μπορεί να είναι τα φρούτα και τα λαχανικά. Η αγροτική πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες κάνει ακριβώς το ίδιο. Για να εξηγήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα των ομοιογενών βασικών αγαθών, των προϊόντων που είναι γνωστά διεθνώς με τον όρο «commodities». Εάν έπρεπε να επικαλεστούμε ένα σύντομο ορισμό για τα προϊόντα αυτά θα λέγαμε ότι «κάθε μια μονάδα όγκου (ή βάρους) είναι ακριβώς η ίδια με κάθε άλλη».
Τα ομοιογενή βασικά αυτά αγαθά μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλα διαστήματα, η συγκομιδή κάθε χρονιάς ανταγωνίζεται αυτή προηγούμενων και επόμενων ετών, μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις και συγκεκριμένα από τη μια άκρη της γης στην άλλη, με σχετικά χαμηλό κόστος. Οι παραγωγοί αναγκάζονται να πωλούν τα προϊόντα τους την εποχή που η προσφορά βρίσκεται στο μέγιστο σημείο και οι τιμές είναι χαμηλές.
Τα συστήματα παραγωγής με στόχο τη διάθεση των προϊόντων τοπικά έχουν μεγάλη δυναμική. Εκφράζουν μια σύγχρονη αντίληψη για τη σχέση των καταναλωτών με τα τρόφιμα και μια νέα θεώρηση για την οικονομική ανταγωνιστικότητα της γεωργίας και την κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητά της. Σύμφωνα με μελέτες που έχουν εκπονηθεί για χώρες όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρείται μεγάλη ζήτηση για τοπικά προϊόντα.
Στις ΗΠΑ και τον Καναδά το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο. Ένα σημαντικό ποσοστό του συνόλου των εκμεταλλεύσεων στην Ευρώπη διαθέτει ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής σε τοπικό επίπεδο. Ακόμα και στην Ελλάδα, η κρίση οδήγησε στην εμφάνιση, περιστασιακών και πρόχειρων έστω, δικτύων διανομής άμεσης διάθεσης στους καταναλωτές, έξω από τα συμβατικά δίκτυα. Αυτό συνέβη με προϊόντα όπως οι πατάτες που διατέθηκαν στον τελικό καταναλωτή σε τιμή μειωμένη τουλάχιστο κατά 60%. Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα, όμως βρισκόμαστε στην αρχή. Οι εκμεταλλεύσεις που θα επιλέξουν να λειτουργήσουν έξω από το βιομηχανικό αγροδιατροφικό σύστημα, πρέπει να προσδιορίσουν, η κάθε μια, τον δικό της προσανατολισμό, τη δική της οργάνωση και τη δική της στρατηγική αγορών και εμπορίας.
Πρέπει να αλλάξουμε τις αντιλήψεις μας και τα παραδείγματα που έχουμε στο νου μας για τον τρόπο που διαχειριζόμαστε μια αγροτική εκμετάλλευση. Αυτή η προσαρμογή είναι καθοριστική για τη μελλοντική επιτυχία μας.

WHO IS WHO


Ο Δημήτρης I. Δαμιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Μετά την αποφοίτησή του από το Κολέγιο Αθηνών πραγματοποίησε τις βασικές και τις μεταπτυχιακές πανεπιστημιακές σπουδές του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Βιργινίας του απενεμήθη Διδακτορικό Δίπλωμα στην Αγροτική Οικονομική (1975). Στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Berkeley) διεξήγαγε μεταδιδακτορική Έρευνα (1979). Έχει υπηρετήσει στη Διεύθυνση Μελετών της Αγροτικής Τράπεζας (1976-1979), στο Υπουργείο Γεωργίας (1981-1985) και στο γραφείο του πρωθυπουργού (1996-2002), ως ειδικός σύμβουλος για θέματα αγροτικής πολιτικής. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής του Υπουργείου Γεωργίας (1993 – 1994). Σήμερα είναι Καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

 
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΤΟΥ Κ.Π.Ε. ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ



 Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε στις 11-13 Μαΐου 2012 τριήμερο σεμινάριο δια βίου μάθησης στο ΚΠΕ Φιλιππιάδας. Το θέμα του σεμιναρίου «Μέθοδοι και αρχές προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Οι επιπτώσεις των παραγωγικών δραστηριοτήτων στα υδάτινα συστήματα» που απευθυνόταν σε εκ/κούς Α΄βαθμιας εκπ/σης των νομών Πρέβεζας, Ιωαννίνων, Άρτας, Θεσπρωτίας, Αιτ/νίας και Αχαΐας διερεύνησε με πολυδιάστατο τρόπο τη σχέση ανθρώπου – νερού – περιβάλλοντος.
Oι εισηγήσεις του κ. Κ. Χρυσαφίδη (καθηγητής Παν/μίου Αθηνών, ΤΕΑΠΗ) και του κ. Ν. Γιαννούλη (Φυσκός-Περ/λόγος) Την Παρασκευή 11 Μαΐου έδωσαν τη δυνατότητα στους εκπ/κους να ενημερωθούν σε θεωρητικό, παιδαγωγικό και επιστημονικό υπόβαθρο για το ρόλο της περιβαλλοντικής εκπ/σης στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Παράλληλα με το θεωρητικό πλαίσιο πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 12 Μαΐου, εργαστηριακή και βιωματική προσέγγιση, με επισκέψεις στις πηγές Λούρου, στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο, στη Λιμνοθάλασσα του Αμβρακικού καθώς και στο μουσείο Νικοπόλεως.

Οι συμμετέχοντες εκτός από την ξενάγησή τους είχαν την ευκαιρία με ειδικευμένο-επιστημονικό προσωπικό να κάνουν διαμετρήσεις, να μελετήσουν και να συζητήσουν τα αποτελέσματα.
Το σεμινάριο ολοκληρώθηκε την Κυριακή 13 Μαΐου με το χωρισμό των εκπ/κων σε ομάδες και την παρουσίαση (με την ενθάρυνση και την καθοδήγηση των μελών της ΠΟ του ΚΠΕ) της κάθε ομάδαςς ενός εκπ/κου προγράμματος.